Σοβαρά ζητήματα αξιοπιστίας φαίνεται πως αντιμετωπίζει το νέο σύστημα “έξυπνων” καμερών της Τροχαίας, καθώς σύμφωνα με υψηλόβαθμα στελέχη της Ελληνικής Αστυνομίας, το 90% έως 95% των παραβάσεων που εντοπίζονται αρχικά από την τεχνητή νοημοσύνη παρουσιάζουν προβλήματα, αστοχίες ή κρίνονται λανθασμένες μετά τον επανέλεγχο.
Όπως αναφέρουν αστυνομικές πηγές, πολλές από τις υποτιθέμενες παραβάσεις που εντοπίζει το λογισμικό τεχνητής νοημοσύνης αποδεικνύονται εσφαλμένες όταν εξετάζεται αναλυτικά το οπτικό υλικό. Σε ορισμένες περιπτώσεις, το σύστημα κατέγραψε ότι συνοδηγός δεν φορούσε ζώνη ασφαλείας, παρότι στο αυτοκίνητο δεν υπήρχε καν δεύτερο άτομο.
Αντίστοιχα προβλήματα εντοπίζονται και σε άλλες κατηγορίες παραβάσεων. Σκούρα ρούχα, αντανακλάσεις φωτός, κασκόλ ή ακόμα και η στάση του σώματος οδηγούν συχνά σε λάθος συμπεράσματα για μη χρήση ζώνης ή κινητού τηλεφώνου. Υπήρξαν περιστατικά όπου ηλεκτρονικό τσιγάρο εκλήφθηκε ως κινητό, ενώ μια απλή κίνηση του οδηγού προς το κεφάλι θεωρήθηκε ότι μιλούσε στο τηλέφωνο.
Οι αστυνομικές υπηρεσίες έχουν ήδη συγκροτήσει ομάδες που επανεξετάζουν φωτογραφίες και βίντεο πριν αποσταλούν τα πρόστιμα στους πολίτες. Ωστόσο, αξιωματικοί της Ελληνικής Αστυνομίας εκφράζουν ανησυχία για το κατά πόσο αυτή η διαδικασία θα είναι εφικτή όταν τεθεί σε πλήρη λειτουργία το εκτεταμένο δίκτυο καμερών στην Αττική.
Από τον περασμένο Ιανουάριο λειτουργούν οι πρώτες οκτώ κάμερες αυτόματης καταγραφής παραβάσεων, ενώ έως το καλοκαίρι προβλέπεται να έχουν εγκατασταθεί συνολικά 388 συστήματα επιτήρησης. Οι κάμερες αυτές έχουν δυνατότητα ανίχνευσης παραβίασης ερυθρού σηματοδότη, υπερβολικής ταχύτητας, μη χρήσης κράνους ή ζώνης και χρήσης κινητού κατά την οδήγηση.
Παρά ταύτα, αστυνομικοί που ελέγχουν τα στοιχεία υποστηρίζουν ότι αρκετές από τις καταγραφές χαρακτηρίζονται “ασαφείς” ή “αμφισβητήσιμες”, καθώς δεν λαμβάνονται υπόψη παράγοντες όπως η παρουσία τροχονόμων που ρυθμίζουν την κυκλοφορία ή άλλες ειδικές συνθήκες στον δρόμο.
Ενδεικτικά, σε υπηρεσία της Τροχαίας στην Αττική εξετάστηκαν περίπου 5.500 κλήσεις από σύνολο 13.000 παραβάσεων που καταγράφηκαν μέσα σε λίγες εβδομάδες. Σύμφωνα με τις ίδιες πληροφορίες, από αυτές αυτές σωστές διαπίστωσαν πως ήταν μόνο οι 400. Περίπου 3.800 κλήσεις απορρίφθηκαν, καθώς αφορούσαν παραβάσεις για “υπερβολική ταχύτητα” που βασίζονταν στον υπολογισμό της μέσης ταχύτητας, μέθοδος η οποία δεν προβλέπεται από το ισχύον νομικό πλαίσιο.
Παράλληλα, άλλες 1.300 κλήσεις για χρήση κινητού τηλεφώνου, μη χρήση ζώνης ασφαλείας και συναφείς παραβάσεις κρίθηκαν εσφαλμένες, αφού ο έλεγχος του οπτικού υλικού από αστυνομικούς δεν επιβεβαίωσε τα ευρήματα των καμερών. Σύμφωνα με τις αρχές, σε αρκετές περιπτώσεις το λογισμικό επηρεάστηκε από παράγοντες όπως τα ρούχα των οδηγών, κινήσεις χωρίς σχέση με παράβαση ή αντικείμενα μέσα στο όχημα που οδήγησαν σε λανθασμένες εκτιμήσεις.
Παρατηρούνται επίσης δυσκολίες στη διαχείριση των κλήσεων για παραβάσεις που αφορούν οχήματα εταιρειών leasing. Το πρόβλημα εντείνεται από το γεγονός ότι για μεγάλο μέρος των πολιτών δεν υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία ηλεκτρονικής επικοινωνίας, ενώ δεν έχει ακόμη εφαρμοστεί η ψηφιακή διαδικασία αφαίρεσης διπλωμάτων. Αυτό ενδέχεται να οδηγήσει σε αυξημένη προσέλευση πολιτών στα αστυνομικά τμήματα για την παράδοσή τους, την ώρα που οι χιλιάδες νέες κλήσεις που εκδίδει το αυτοματοποιημένο σύστημα απαιτούν επίδοση κατ’ οίκον από αστυνομικούς.
Την ίδια ώρα, αρμόδιες επιτροπές επεξεργάζονται αλλαγές και νομοθετικές παρεμβάσεις για την πλήρη εφαρμογή του Ενιαίου Ηλεκτρονικού Συστήματος Καταγραφής Παραβάσεων, με βασικό ζητούμενο την αξιόπιστη επαλήθευση των στοιχείων που καταγράφουν οι “έξυπνες” κάμερες.