Συγχαρητήρια στον top δημοσιευτή μας για σημέρα!
Συγχαρητήρια στον/στην TOMCRUISE , τον τρέχοντα κορυφαίο δημοσιευτή για την τελευταία ημέρα με 72 δημοσιεύσεις!
O θρύλος του Χόλυγουντ, Ρόμπερτ Ρέντφορντ πέθανε σε ηλικία 89 ετών.
Όπως μεταδίδουν οι New York Times, ο διάσημος ηθοποιός άφησε την τελευταία του πνοή στο σπίτι του, στη Γιούτα.
Ο Ρόμπερντ Ρέντφορντ είχε κερδίσει δύο βραβεία Όσκαρ: Το πρώτο (1980) για τη σκηνοθεσία της ταινίας Συνηθισμένοι άνθρωποι (Ordinary People) και το δεύτερο (2002) για τη συνολική του προσφορά στο χώρο του κινηματογράφου.
Ο διάσημος ηθοποιός γεννήθηκε στη Σάντα Μόνικα της Καλιφόρνιας, στις 18 Αυγούστου του 1936. Η καταγωγή των προγόνων του είναι βρετανική (Αγγλία και Σκωτία) και ιρλανδική, κάτι που εξηγεί, τα πυρόξανθα μαλλιά του, τα οποία είναι και το κύριο γνώρισμά του. Κατά τα σχολικά του χρόνια, ήταν συμμαθητής με το διάσημο παίκτη του μπέιζμπολ Ντον Ντιρσντέιλ. Λέγεται πως, όταν γύριζε από το σχολείο του στο σπίτι, σταματούσε έξω από τα στούντιο της Fox, για να παρακολουθήσει τους διάσημους ηθοποιούς της εποχής. Στην εφηβεία του, συνήθιζε να κάνει μικροκλοπές (τάσια αυτοκινήτων), ενώ κατανάλωνε πολύ αλκοόλ. Η συμπεριφορά του αυτή τον εμπόδισε να κερδίσει κάποια υποτροφία, ώστε να μπορέσει να σπουδάσει στο πανεπιστήμιο.
Μόλις αποφοίτησε από το σχολείο, κέρδισε, τελικά, υποτροφία για το Πανεπιστήμιο του Κολοράντο, χάρις στην ικανότητά του στον αθλητισμό και -κυρίως- στο μπέιζμπολ. Εκείνο το χρονικό διάστημα δούλευε ως σερβιτόρος σε ένα εστιατόριο-μπαρ. Έπειτα, ξεκίνησε να δουλεύει στις πετρελαιοπηγές της Καλιφόρνιας, ώστε να μαζέψει χρήματα, για να μπορέσει να κάνει ένα ταξίδι στην Ευρώπη.
Κατάφερε να μείνει στη Γηραιά Ήπειρο για ένα -περίπου- χρόνο. Τον περισσότερό του καιρό τον πέρασε στο Παρίσι, ενώ γράφτηκε και στη Σχολή Καλών Τεχνών της Φλωρεντίας. Όμως, οι κακές κριτικές των καθηγητών του, τον οδήγησαν στην επιστροφή του στις Ηνωμένες Πολιτείες. Αργότερα, μετέβη στο Μπρούκλιν, για να κάνει μαθήματα ζωγραφικής στο Ινστιτούτο Πρατ, κάτι που επηρέασε αρκετά τη ζωή του και τον ίδιο, αφού για μια περίοδο είχε αποκτήσει ένα αρκετά μποέμικο στυλ.
Στη συνέχεια, πήγε στην Αμερικανική Ακαδημία Δραματικών Τεχνών της Νέας Υόρκης, μετά από παρότρυνση ενός φίλου του. Στην ακρόασή του, κατάφερε να εκπλήξει τους κριτές, οι οποίοι ανέφεραν πως: «διαθέτει μια φυσική άνεση στην έκφραση, ζωηρή φαντασία, ένα χάρισμα». Η επαφή του αυτή με την υποκριτική τον κέρδισε και τον έκανε να ασχοληθεί σοβαρά με το αντικείμενο.
Βραβεύσεις
Ως καλλιτέχνης
Βραβείο Όσκαρ για τη συνολική προσφορά του στον κινηματογράφο (2002)
Ως ηθοποιός:
Βραβείο Emmy β’ ανδρικού ρόλου για την τηλεοπτική σειρά Alcoa Premiere
Χρυσή Σφαίρα πιο πολλά υποσχόμενου ηθοποιού για την ταινία Inside Daisy Clover
Βραβείο BAFTA καλύτερου ηθοποιού για την ταινία Tell Them Willie Boy Is Here
Βραβείο BAFTA καλύτερου ηθοποιού για την ταινία Downhill Racer
Αναδύθηκε στο κινηματογραφικό στερέωμα μετά τη διεθνή επιτυχία της Σοφίας Λόρεν και αρχικά χαρακτηρίστηκε ως η απάντηση της Ιταλίας στην Μπριζίτ Μπαρντό
Η Γαλλοϊταλίδα ηθοποιός Κλαούντια Καρντινάλε (Claudia Cardinale), μορφή του κινηματογράφου της δεκαετίας του 1960, πέθανε την Τρίτη 23 Σεπτεμβρίου σε ηλικία 87 ετών στη Νεμούρ, κοντά στο Παρίσι, όπου διέμενε.
«Μας αφήνει την κληρονομιά μιας ελεύθερης και εμπνευσμένης γυναίκας, τόσο μέσα από τη διαδρομή της ως γυναίκα όσο και ως καλλιτέχνης» δήλωσε ο μάνατζέρ της Λοράν Σαβρί σε μήνυμα που εστάλη στο Γαλλικό Πρακτορείο.
Ήταν, αναμφισβήτητα, ένα από τα ισχυρότερα σύμβολα της «χρυσής εποχής» του ιταλικού κινηματογράφου.
Είχε γεννηθεί το 1938 στην Τύνιδα. Οι γονείς της, η Γιολάντα και ο Φραντσέσκο, αν και είχαν γεννηθεί στην Αφρική, διατηρούσαν την ιταλική υπηκοότητα. Οι μητρικές της γλώσσες είναι τα αραβικά της Τυνησίας, τα γαλλικά και τα σικελικά. Όταν ξεκίνησε την κινηματογραφική της καριέρα στην Ιταλία, τα ιταλικά τα μιλούσε με αρκετή δυσκολία γι’ αυτό και στις πρώτες της ταινίες ντουμπλάρανε τη φωνή της.
Συνεργάστηκε με τους μεγαλύτερους Ιταλούς σκηνοθέτες: από τον Λουκίνο Βισκόντι, στον «Γατόπαρδο» και στον «Ρόκο και τα αδέλφια του», μέχρι τον Φενερίκο Φελλίνι στην ταινία «Οκτώμισι, 8 1/2 ».
Συνολικά, συμμετείχε σε πάνω από 150 κινηματογραφικά έργα συνεργαζόμενη, επίσης, με τους σκηνοθέτες Σέρτζιο Λεόνε, Λουίτζι Κομεντσίνι και Μάριο Μονιτσέλλι. Συμπρωταγωνιστές της, ήταν κορυφαίοι ηθοποιοί, όπως ο Μαρτσέλο Μαστρογιάνι, ο Αλέν Ντελόν και ο Βιτόριο Γκάσμαν.
Αναδύθηκε στο κινηματογραφικό στερέωμα μετά τη διεθνή επιτυχία της Σοφίας Λόρεν και αρχικά χαρακτηρίστηκε ως η απάντηση της Ιταλίας στην Μπριζίτ Μπαρντό.
Με το ταλέντο και την αναμφισβήτητη ομορφιά της, κατέκτησε επάξια μία σημαντική θέση στην ιστορία του σινεμά, συνεργαζόμενη με μεγάλα ονόματα της σκηνοθεσίας (Βισκόντι, Φελίνι, Λεόνε, Χέρτζογκ κ.ά.). Στο ενεργητικό της έχει πάνω από 140 ταινίες και 900 εξώφυλλα σε περιοδικά 25 χωρών.
Η Καρντινάλε ανήκει στην κατηγορία των πρωταγωνιστριών που πέρα από την απαραίτητη ακτινοβολία, την αξεπέραστη γοητεία της, τη μοναδική βραχνή και τόσο ερωτική φωνή της, το σκέρτσο και τη φρεσκάδα, τα μαύρα της μεγάλα και λαμπερά μάτια, διέθετε όλα τα χαρακτηριστικά των σταρ που έλαμψαν μεταπολεμικά.
«Είναι το όνειρο του κάθε καμεραμάν – ένα τέλειο κομμάτι της φύσης – δεν υπάρχουν πολλά που μπορείς να κάνεις λάθος στη φωτογράφισή της» είχε δηλώσει ο σπουδαίος διευθυντής φωτογραφίας Κόνραντ Χολ.
Είχε την ευκολία και την πλαστικότητα να ερμηνεύει μία τεράστια γκάμα ρόλων, από την κλασική φτωχή Ναπολιτάνα ως την πριγκίπισσα ή απόμακρη ντίβα, και όλα αυτά με ένα κινηματογραφικό ήθος που δύσκολα συναντάται πλέον.
Η Κλοντ Ζοζεφίν Ροζ Καρντινάλε γεννήθηκε στις 15 Απριλίου 1938, στην Τύνιδα του τότε Γαλλικού Προτεκτοράτου της Τυνησίας. Ο πατέρας της, σιδηροδρομικός το επάγγελμα, ήταν ιταλικής καταγωγής, ενώ η μητέρας της καταγόταν από γαλλική οικογένεια με ρίζες στη χώρα. Μεγάλωσε μέσα σε γαλλόφωνο περιβάλλον και μέχρι τα 18 της σχεδόν δεν μιλούσε ιταλικά.
Όπως και πολλές από τις Ιταλίδες σταρ του καιρού της ξεκίνησε από τα καλλιστεία. Το 1957 κέρδισε τον διαγωνισμό ομορφιάς «Το πιο όμορφο κορίτσι της Τυνησίας», με έπαθλο ένα ταξίδι στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Βενετίας, που ήταν και η αφορμή για τη μετέπειτα επαγγελματικής πορεία της.
Έμαθε τα βασικά του σινεμά στο περίφημα «Πειραματικό Κέντρο Κινηματογράφου» (Centro Sperimentale di Cinematografia) της Ρώμης και το 1958 έκανε το ντεμπούτο της στη μεγάλη οθόνη με τη βραβευμένη στις Κάννες κωμωδία του Ζακ Μπαρατιέ «Goha», με πρωταγωνιστή τον Ομάρ Σαρίφ. Την ίδια χρονιά είχε ένα μεγαλύτερο ρόλο στην κλασική κωμωδία του Μάριο Μονιτσέλι «Ο κλέψας του κλέψαντος».
Έχοντας ήδη ένα παιδί από μία εφήμερη σχέση της με έναν αεροπόρο (η ίδια θα μιλήσει αργότερα για βιασμό), θα γνωριστεί με τον παραγωγό Φράνκο Κριστάλντι, ο οποίος θα την αναδείξει σε σύμβολο του σεξ. Η σχέση τους θα εξελιχθεί σε γάμο και ο Κριστάλντι θα αναγνωρίσει ως δικό του το παιδί της. Το ζευγάρι θα χωρίσει το 1975, καθώς η νεαρή πρωταγωνίστρια, πνεύμα ανεξάρτητο, δεν ανεχόταν τον δεσποτικό χαρακτήρα του συζύγου της και τους επαχθείς όρους που έβαζε σε κάποια από τα κινηματογραφικά της συμβόλαια. Ο σκηνοθέτης Πασκουάλε Σκουϊτιέρι θα είναι το επόμενο κεφάλαιο της ζωής της. Θα ζήσουν πολλά μαζί και θα αποκτήσουν μία κόρη.
Η Κλαούντια Καρντινάλε συνέχισε τις εμφανίσεις της σε ταινίες σπουδαίων σκηνοθετών, όπως στο δράμα μυστηρίου του Πιέτρο Τζέρμι «Είμαστε όλοι ένοχοι» («Un Maledetto Imbroglio», 1959), στο πολεμικό έπος του Αμπέλ Γκανς «Η Μάχη του Αούστερλιτς» («Austerlitz», 1960), στο δράμα του Λουκίνο Βισκόντι «Ο Ρόκο και τ’ αδέλφια του» («Rocco e i suoi fratelli», 1960) και την κωμική περιπέτεια του Φιλίπ Ντε Μπροκά «Cartouche» (1962).
Το 1963 έπαιξε τον εαυτό της στο αριστούργημα του Φεντερίκο Φελίνι «Οκτώμισι» («Otto e Mezzo»), όντας το αντικείμενο των φαντασιώσεων του συμπρωταγωνιστή της Μαρτσέλο Μαστρογιάνι, ενώ την ίδια χρονιά εμφανίστηκε σε άλλη μία σημαντική ταινία, στο δράμα του Λουκίνο Βισκόντι «Ο Γατόπαρδος» («Il Gattopardo»), δίπλα στον Μπαρτ Λάνκαστερ και τον Αλέν Ντελόν.
Οι κινηματογραφικές επιδόσεις της κέντρισαν το ενδιαφέρον του Χόλυγουντ και το 1963 εμφανίστηκε ως κόμισσα στην κωμωδία του Μπλέικ Έντουαρντς «Ο Ροζ Πάνθηρ». Συνεπαρμένος από τη γοητεία της, ο πρωταγωνιστής της ταινίας και γνωστός καρδιοκατακτητής Πίτερ Σέλερς είχε δηλώσει ότι «η Κλαούντια είναι η πιο όμορφη εφεύρεση μετά τα σπαγγέτι». Το 1964 έπαιξε στη δραματική ταινία του Χένρι Χάθαγουεϊ «Το μεγαλύτερο Τσίρκο του Κόσμου» («Circus World»), με συμπρωταγωνιστές τον Τζον Γουέιν και τη Ρίτα Χέιγουορθ.
Έως το τέλος της δεκαετίας του ’60 συνέχισε να μοιράζεται το χρόνο της ανάμεσα στο Χόλυγουντ και την Ευρώπη, παίζοντας σε διάφορες ταινίες, που κυμαίνονταν από το δράμα του Λουκίνο Βισκόντι «Τα Μακρινά Αστέρια της Άρκτου» («Vaghe Stelle dell’ Orsa», 1965) μέχρι το γουέστερν του Ρίτσαρντ Μπρουκς «Οι Επαγγελματίες» («The Professionals», 1966). Το 1968 συμμετείχε στο κλασικό γουέστερν-σπαγγέτι του Σέρτζιο Λεόνε «Κάποτε στην Δύση» («Once Upon a Time in the West»), δίπλα στους Χένρι Φόντα, Τζέισον Ρόμπαρντς και Τσαρλς Μπρόνσον.
Τα επόμενα χρόνια η Καρντινάλε επικεντρώθηκε κυρίως σε ευρωπαϊκές παραγωγές. Το 1976 επανεμφανίστηκε στο Χόλυγουντ με τη συνέχεια του «Ροζ Πάνθηρα» («The Pink Panther Strikes Again»). Ένα χρόνο αργότερα, συμμετείχε επίσης στην τηλεοπτική σειρά του Φράνκο Τζεφιρέλι «Ο Ιησούς από τη Ναζαρέτ», στο ρόλο της μοιχαλίδας.
Το 1979 έπαιξε στην πολεμική περιπέτεια του Ελληνοαμερικανού Τζορτζ Κοσμάτος «Απόδραση στην Αθήνα» («Escape to Athena») και το 1982 στην περιπέτεια του Βέρνερ Χέρτζογκ «Φιτζκαράλντο, ο Τυχοδιώκτης του Αμαζονίου» («Fitzcarraldo»).
Το 2002 της απονεμήθηκε η «Χρυσή Άρκτος» του Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Βερολίνου για το σύνολο της καριέρας της και το 2011 η «Χρυσή Λεοπάρδαλη» του Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Λοκάρνο για τη συνολική προσφορά της στο σινεμά.
Είχε παρασημοφορηθεί δύο φορές (1995 και 2002) από την Ιταλική Δημοκρατία για την προσφορά της στην Έβδομη Τέχνη και για τον ίδιο λόγο τιμήθηκε με το παράσημο του Ιππότη και του Αξιωματικού της Λεγεώνας της Τιμής από τη Γαλλική Δημοκρατία.
Από το 2000 ήταν Πρέσβειρα Καλής Θέλησης της Unesco για την προστασία των δικαιωμάτων των γυναικών.
Σύμφωνα με τον ιταλικό και τον διεθνή τύπο, ήταν μια από τις ωραιότερες ηθοποιούς στον κόσμο.
Αναδύθηκε στο κινηματογραφικό στερέωμα μετά τη διεθνή επιτυχία της Σοφίας Λόρεν και αρχικά χαρακτηρίστηκε ως η απάντηση της Ιταλίας στην Μπριζίτ Μπαρντό
Η Γαλλοϊταλίδα ηθοποιός Κλαούντια Καρντινάλε (Claudia Cardinale), μορφή του κινηματογράφου της δεκαετίας του 1960, πέθανε την Τρίτη 23 Σεπτεμβρίου σε ηλικία 87 ετών στη Νεμούρ, κοντά στο Παρίσι, όπου διέμενε.
«Μας αφήνει την κληρονομιά μιας ελεύθερης και εμπνευσμένης γυναίκας, τόσο μέσα από τη διαδρομή της ως γυναίκα όσο και ως καλλιτέχνης» δήλωσε ο μάνατζέρ της Λοράν Σαβρί σε μήνυμα που εστάλη στο Γαλλικό Πρακτορείο.
Ήταν, αναμφισβήτητα, ένα από τα ισχυρότερα σύμβολα της «χρυσής εποχής» του ιταλικού κινηματογράφου.
Είχε γεννηθεί το 1938 στην Τύνιδα. Οι γονείς της, η Γιολάντα και ο Φραντσέσκο, αν και είχαν γεννηθεί στην Αφρική, διατηρούσαν την ιταλική υπηκοότητα. Οι μητρικές της γλώσσες είναι τα αραβικά της Τυνησίας, τα γαλλικά και τα σικελικά. Όταν ξεκίνησε την κινηματογραφική της καριέρα στην Ιταλία, τα ιταλικά τα μιλούσε με αρκετή δυσκολία γι’ αυτό και στις πρώτες της ταινίες ντουμπλάρανε τη φωνή της.
Συνεργάστηκε με τους μεγαλύτερους Ιταλούς σκηνοθέτες: από τον Λουκίνο Βισκόντι, στον «Γατόπαρδο» και στον «Ρόκο και τα αδέλφια του», μέχρι τον Φενερίκο Φελλίνι στην ταινία «Οκτώμισι, 8 1/2 ».
Συνολικά, συμμετείχε σε πάνω από 150 κινηματογραφικά έργα συνεργαζόμενη, επίσης, με τους σκηνοθέτες Σέρτζιο Λεόνε, Λουίτζι Κομεντσίνι και Μάριο Μονιτσέλλι. Συμπρωταγωνιστές της, ήταν κορυφαίοι ηθοποιοί, όπως ο Μαρτσέλο Μαστρογιάνι, ο Αλέν Ντελόν και ο Βιτόριο Γκάσμαν.
Αναδύθηκε στο κινηματογραφικό στερέωμα μετά τη διεθνή επιτυχία της Σοφίας Λόρεν και αρχικά χαρακτηρίστηκε ως η απάντηση της Ιταλίας στην Μπριζίτ Μπαρντό.
Με το ταλέντο και την αναμφισβήτητη ομορφιά της, κατέκτησε επάξια μία σημαντική θέση στην ιστορία του σινεμά, συνεργαζόμενη με μεγάλα ονόματα της σκηνοθεσίας (Βισκόντι, Φελίνι, Λεόνε, Χέρτζογκ κ.ά.). Στο ενεργητικό της έχει πάνω από 140 ταινίες και 900 εξώφυλλα σε περιοδικά 25 χωρών.
Η Καρντινάλε ανήκει στην κατηγορία των πρωταγωνιστριών που πέρα από την απαραίτητη ακτινοβολία, την αξεπέραστη γοητεία της, τη μοναδική βραχνή και τόσο ερωτική φωνή της, το σκέρτσο και τη φρεσκάδα, τα μαύρα της μεγάλα και λαμπερά μάτια, διέθετε όλα τα χαρακτηριστικά των σταρ που έλαμψαν μεταπολεμικά.
«Είναι το όνειρο του κάθε καμεραμάν – ένα τέλειο κομμάτι της φύσης – δεν υπάρχουν πολλά που μπορείς να κάνεις λάθος στη φωτογράφισή της» είχε δηλώσει ο σπουδαίος διευθυντής φωτογραφίας Κόνραντ Χολ.
Είχε την ευκολία και την πλαστικότητα να ερμηνεύει μία τεράστια γκάμα ρόλων, από την κλασική φτωχή Ναπολιτάνα ως την πριγκίπισσα ή απόμακρη ντίβα, και όλα αυτά με ένα κινηματογραφικό ήθος που δύσκολα συναντάται πλέον.
Η Κλοντ Ζοζεφίν Ροζ Καρντινάλε γεννήθηκε στις 15 Απριλίου 1938, στην Τύνιδα του τότε Γαλλικού Προτεκτοράτου της Τυνησίας. Ο πατέρας της, σιδηροδρομικός το επάγγελμα, ήταν ιταλικής καταγωγής, ενώ η μητέρας της καταγόταν από γαλλική οικογένεια με ρίζες στη χώρα. Μεγάλωσε μέσα σε γαλλόφωνο περιβάλλον και μέχρι τα 18 της σχεδόν δεν μιλούσε ιταλικά.
Όπως και πολλές από τις Ιταλίδες σταρ του καιρού της ξεκίνησε από τα καλλιστεία. Το 1957 κέρδισε τον διαγωνισμό ομορφιάς «Το πιο όμορφο κορίτσι της Τυνησίας», με έπαθλο ένα ταξίδι στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Βενετίας, που ήταν και η αφορμή για τη μετέπειτα επαγγελματικής πορεία της.
Έμαθε τα βασικά του σινεμά στο περίφημα «Πειραματικό Κέντρο Κινηματογράφου» (Centro Sperimentale di Cinematografia) της Ρώμης και το 1958 έκανε το ντεμπούτο της στη μεγάλη οθόνη με τη βραβευμένη στις Κάννες κωμωδία του Ζακ Μπαρατιέ «Goha», με πρωταγωνιστή τον Ομάρ Σαρίφ. Την ίδια χρονιά είχε ένα μεγαλύτερο ρόλο στην κλασική κωμωδία του Μάριο Μονιτσέλι «Ο κλέψας του κλέψαντος».
Έχοντας ήδη ένα παιδί από μία εφήμερη σχέση της με έναν αεροπόρο (η ίδια θα μιλήσει αργότερα για βιασμό), θα γνωριστεί με τον παραγωγό Φράνκο Κριστάλντι, ο οποίος θα την αναδείξει σε σύμβολο του σεξ. Η σχέση τους θα εξελιχθεί σε γάμο και ο Κριστάλντι θα αναγνωρίσει ως δικό του το παιδί της. Το ζευγάρι θα χωρίσει το 1975, καθώς η νεαρή πρωταγωνίστρια, πνεύμα ανεξάρτητο, δεν ανεχόταν τον δεσποτικό χαρακτήρα του συζύγου της και τους επαχθείς όρους που έβαζε σε κάποια από τα κινηματογραφικά της συμβόλαια. Ο σκηνοθέτης Πασκουάλε Σκουϊτιέρι θα είναι το επόμενο κεφάλαιο της ζωής της. Θα ζήσουν πολλά μαζί και θα αποκτήσουν μία κόρη.
Η Κλαούντια Καρντινάλε συνέχισε τις εμφανίσεις της σε ταινίες σπουδαίων σκηνοθετών, όπως στο δράμα μυστηρίου του Πιέτρο Τζέρμι «Είμαστε όλοι ένοχοι» («Un Maledetto Imbroglio», 1959), στο πολεμικό έπος του Αμπέλ Γκανς «Η Μάχη του Αούστερλιτς» («Austerlitz», 1960), στο δράμα του Λουκίνο Βισκόντι «Ο Ρόκο και τ’ αδέλφια του» («Rocco e i suoi fratelli», 1960) και την κωμική περιπέτεια του Φιλίπ Ντε Μπροκά «Cartouche» (1962).
Το 1963 έπαιξε τον εαυτό της στο αριστούργημα του Φεντερίκο Φελίνι «Οκτώμισι» («Otto e Mezzo»), όντας το αντικείμενο των φαντασιώσεων του συμπρωταγωνιστή της Μαρτσέλο Μαστρογιάνι, ενώ την ίδια χρονιά εμφανίστηκε σε άλλη μία σημαντική ταινία, στο δράμα του Λουκίνο Βισκόντι «Ο Γατόπαρδος» («Il Gattopardo»), δίπλα στον Μπαρτ Λάνκαστερ και τον Αλέν Ντελόν.
Οι κινηματογραφικές επιδόσεις της κέντρισαν το ενδιαφέρον του Χόλυγουντ και το 1963 εμφανίστηκε ως κόμισσα στην κωμωδία του Μπλέικ Έντουαρντς «Ο Ροζ Πάνθηρ». Συνεπαρμένος από τη γοητεία της, ο πρωταγωνιστής της ταινίας και γνωστός καρδιοκατακτητής Πίτερ Σέλερς είχε δηλώσει ότι «η Κλαούντια είναι η πιο όμορφη εφεύρεση μετά τα σπαγγέτι». Το 1964 έπαιξε στη δραματική ταινία του Χένρι Χάθαγουεϊ «Το μεγαλύτερο Τσίρκο του Κόσμου» («Circus World»), με συμπρωταγωνιστές τον Τζον Γουέιν και τη Ρίτα Χέιγουορθ.
Έως το τέλος της δεκαετίας του ’60 συνέχισε να μοιράζεται το χρόνο της ανάμεσα στο Χόλυγουντ και την Ευρώπη, παίζοντας σε διάφορες ταινίες, που κυμαίνονταν από το δράμα του Λουκίνο Βισκόντι «Τα Μακρινά Αστέρια της Άρκτου» («Vaghe Stelle dell’ Orsa», 1965) μέχρι το γουέστερν του Ρίτσαρντ Μπρουκς «Οι Επαγγελματίες» («The Professionals», 1966). Το 1968 συμμετείχε στο κλασικό γουέστερν-σπαγγέτι του Σέρτζιο Λεόνε «Κάποτε στην Δύση» («Once Upon a Time in the West»), δίπλα στους Χένρι Φόντα, Τζέισον Ρόμπαρντς και Τσαρλς Μπρόνσον.
Τα επόμενα χρόνια η Καρντινάλε επικεντρώθηκε κυρίως σε ευρωπαϊκές παραγωγές. Το 1976 επανεμφανίστηκε στο Χόλυγουντ με τη συνέχεια του «Ροζ Πάνθηρα» («The Pink Panther Strikes Again»). Ένα χρόνο αργότερα, συμμετείχε επίσης στην τηλεοπτική σειρά του Φράνκο Τζεφιρέλι «Ο Ιησούς από τη Ναζαρέτ», στο ρόλο της μοιχαλίδας.
Το 1979 έπαιξε στην πολεμική περιπέτεια του Ελληνοαμερικανού Τζορτζ Κοσμάτος «Απόδραση στην Αθήνα» («Escape to Athena») και το 1982 στην περιπέτεια του Βέρνερ Χέρτζογκ «Φιτζκαράλντο, ο Τυχοδιώκτης του Αμαζονίου» («Fitzcarraldo»).
Το 2002 της απονεμήθηκε η «Χρυσή Άρκτος» του Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Βερολίνου για το σύνολο της καριέρας της και το 2011 η «Χρυσή Λεοπάρδαλη» του Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Λοκάρνο για τη συνολική προσφορά της στο σινεμά.
Είχε παρασημοφορηθεί δύο φορές (1995 και 2002) από την Ιταλική Δημοκρατία για την προσφορά της στην Έβδομη Τέχνη και για τον ίδιο λόγο τιμήθηκε με το παράσημο του Ιππότη και του Αξιωματικού της Λεγεώνας της Τιμής από τη Γαλλική Δημοκρατία.
Από το 2000 ήταν Πρέσβειρα Καλής Θέλησης της Unesco για την προστασία των δικαιωμάτων των γυναικών.
Σύμφωνα με τον ιταλικό και τον διεθνή τύπο, ήταν μια από τις ωραιότερες ηθοποιούς στον κόσμο.
μεγκα σταρ μεγκα γυναικα μεγκα απο ολα!!!!
2 μεγκα κινηματογραφικοι θανατοι την ιδια εβδομαδα...
Πέθανε ο Διονύσης Σαββόπουλος
Έφυγε σε ηλικία 81 ετών ο Διονύσης Σαββόπουλος, ο μεγάλος τραγουδοποιός, στιχουργός και ερμηνευτής που άφησε βαθύ αποτύπωμα στο ελληνικό τραγούδι και στην πολιτιστική ζωή της χώρας.
Γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1944 και σπούδασε για λίγο στη Νομική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου, πριν εγκαταλείψει τις σπουδές του για να αφοσιωθεί στη μουσική.
Στα μέσα της δεκαετίας του 1960 εγκαταστάθηκε στην Αθήνα και έγινε γνωστός για τον ιδιοσυγκρασιακό τρόπο γραφής και την ικανότητά του να συνδυάζει το λαϊκό στοιχείο με τη λόγια και τη ροκ παράδοση.
Το πρώτο του άλμπουμ, «Φορτηγό» (1966), θεωρήθηκε ορόσημο για το ελληνικό τραγούδι, ενώ το «Περιβόλι του Τρελού» (1969) καθιέρωσε τη φωνή του ως μία από τις πιο αναγνωρίσιμες της εποχής.
Στη διάρκεια της δικτατορίας, τα τραγούδια του είχαν έντονα πολιτικό και κοινωνικό περιεχόμενο, γεγονός που οδήγησε και στη σύντομη φυλάκισή του.
Μετά τη Μεταπολίτευση συνέχισε να δημιουργεί, εκφράζοντας συχνά το κλίμα και τις αντιφάσεις της σύγχρονης Ελλάδας μέσα από έργα όπως «Ρεζέρβα» (1979), «Τραπεζάκια έξω» (1983) και «Χάθηκα» (1987).
Στα επόμενα χρόνια συνεργάστηκε με σπουδαίους μουσικούς και ερμηνευτές, ενώ οι συναυλίες του χαρακτηρίζονταν από θεατρικότητα, χιούμορ και κοινωνική παρατήρηση.
Είχε επίσης ασχοληθεί με τη θεατρική και τηλεοπτική παραγωγή, γράφοντας και παρουσιάζοντας εκπομπές που ανέδειξαν τη μουσική παράδοση της Ελλάδας.
Ο Διονύσης Σαββόπουλος θεωρήθηκε μία από τις πλέον εμβληματικές μορφές του σύγχρονου ελληνικού πολιτισμού.
Το έργο του συνδύαζε τη σάτιρα, τη φιλοσοφική διάθεση και τη βαθιά αγάπη για την ελληνική γλώσσα και μουσική παράδοση, ασκώντας διαρκή επιρροή σε νεότερους δημιουργούς και στο κοινό για δεκαετίες.
πηγή: kathimerini.gr
Δεν έχετε ιδέα τι μπορώ να κάνω στο κρεβάτι. Για παράδειγμα, μπορώ να φάω ένα ολόκληρο σακουλάκι πατατάκια χωρίς να ρίξω ούτε ένα ψίχουλο.
Ο σπουδαίος τραγουδοποιός άφησε την τελευταία του πνοή το βράδυ της Τρίτης – Έδινε μάχη με τον καρκίνο τα τελευταία χρόνια
Την τελευταία του πνοή άφησε το βράδυ της Τρίτης ο Διονύσης Σαββόπουλος, σε ηλικία 81 ετών. Ο σπουδαίος τραγουδοποιός νοσηλευόταν τις τελευταίες ημέρες, δίνοντας μια μακρόχρονη μάχη με τον καρκίνο, από την οποία τελικά δεν κατάφερε να βγει νικητής.
Υπήρξε μία από τις πιο εμβληματικές μορφές του ελληνικού τραγουδιού, με δημιουργίες που συνδύασαν τη λαϊκή παράδοση, το ροκ και τη λόγια ποίηση. Με το ιδιαίτερο ύφος και τον αιχμηρό του στίχο, άφησε ανεξίτηλο αποτύπωμα στην ελληνική μουσική σκηνή από τη δεκαετία του ’60 έως σήμερα.
Ο Διονύσης Σαββόπουλος γεννήθηκε στις 2 Δεκεμβρίου 1944 στη Θεσσαλονίκη, σε μια αστική οικογένεια. Από μικρός έδειξε ενδιαφέρον για τη μουσική και τη λογοτεχνία, ενώ σπούδασε νομικά στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο χωρίς όμως να ολοκληρώσει τις σπουδές του, καθώς τον κέρδισε η τέχνη και το τραγούδι.
Το 1963 μετακόμισε στην Αθήνα, όπου ξεκίνησε να εμφανίζεται σε μικρά μουσικά στέκια και γνωρίστηκε με σημαντικούς ανθρώπους του καλλιτεχνικού χώρου. Το 1966 κυκλοφόρησε ο πρώτος του δίσκος, το «Φορτηγό», που θεωρείται ένα από τα πιο πρωτοποριακά έργα της εποχής, συνδυάζοντας τον κοινωνικό σχολιασμό με τη ροκ μουσική και τη λαϊκή παράδοση.
Ακολούθησαν δίσκοι-σταθμοί όπως «Το Περιβόλι του Τρελού» (1969), «Μπάλλος» (1971) και «Ρεζέρβα» (1979), μέσα από τους οποίους ο Σαββόπουλος καθιερώθηκε ως «ο Έλληνας Ντύλαν», ένας δημιουργός που έφερε νέο λόγο και ήχο στο ελληνικό τραγούδι. Η ποίηση, η πολιτική σάτιρα και η κοινωνική παρατήρηση διαπλέκονταν στα έργα του, αποτυπώνοντας με μοναδικό τρόπο την ψυχή της Ελλάδας της μεταπολίτευσης.
Στη δεκαετία του ’80 και ’90 συνέχισε να δημιουργεί, να γράφει μουσική για το θέατρο, να παρουσιάζει τηλεοπτικές εκπομπές όπως το «Ζήτω το ελληνικό τραγούδι» και να διοργανώνει συναυλίες που ένωναν γενιές. Εμβληματικά τραγούδια του όπως «Ας κρατήσουν οι χοροί», «Σαν τον Καραγκιόζη», «Μη μιλάς άλλο για αγάπη», και «Η Συννεφούλα» έμειναν διαχρονικά και αγαπήθηκαν από το ευρύ κοινό.
Ο Σαββόπουλος υπήρξε πάντοτε πολιτικά ανήσυχος, άλλοτε αμφιλεγόμενος, πάντοτε όμως παρών στα μεγάλα κοινωνικά και πολιτιστικά ζητήματα της εποχής του. Το έργο του θεωρείται γέφυρα ανάμεσα στο παραδοσιακό και το σύγχρονο ελληνικό τραγούδι, ενώ η επιρροή του σε νεότερους δημιουργούς παραμένει καθοριστική.
Με μια πορεία άνω των έξι δεκαετιών, ο Διονύσης Σαββόπουλος άφησε πίσω του ένα τεράστιο πολιτιστικό αποτύπωμα, γεμάτο μουσική, στοχασμό και αγάπη για τον ελληνικό λόγο.